Διηγήματα



Νικήσας νίκην πρώτην





Οχυρό Ιστίμπεϊ





Το άρωμα των κρίνων





Ταξίδι μιας ημέρας





















Νικήσας Νίκην Πρώτην (Αθήνα 1987)

Απόσπασμα από το «ΝΙΚΗΣΑΣ ΝΙΚΗΝ ΠΡΩΤΗΝ»


Εκείνο το πρωινό, ο Αγέλαος, γιός του Ακνόνιου, τετρόρχη της Θεσσαλίας κατά τον 6ο π.Χ αιώνα, από τα Φάρσαλα, ήταν ιδιαίτερα ανήσυχος και συγκινημένος. Είχε φτάσει το μήνυμα από τους Δελφούς, πως σε λίγους μήνες θα γίνονταν εκεί τα Πύθια, αθλητικοί αγώνες προς τιμήν του Απόλλωνα. Βούιζαν ακόμη στα αφτιά του τα λόγια του αγγελιοφόρου, καθώς μετέδιδε το μήνυμα στον πατέρα του.

Από μικρό παιδί, όλη του την ζωή την πέρασε μέσα στα στάδια κι έζησε κι ένιωσε τη χαρά και τη σημασία της συμμετοχής στους αγώνες. Τη συγκίνηση της νίκης και της ήττας. Αναρίγησε πολλές φορές στο κόψιμο του νήματος του τερματισμού, στον επευφημισμό, στο χειροκρότημα και στο στεφάνωμα των νικητών με δάφνινο στεφάνι κι ύστερα.. Ύστερα ο γύρος του θριάμβου στο στάδιο κι η υποδοχή του κόσμου στην πόλη.

Ούτε το κόψιμο του νήματος του τερματισμού, ένιωσε το φουσκωμένο στήθος του. Τον σταμάτησαν αγκαλιές φίλων και συναθλητών. Φωνές, ζητωκραυγές και ένα δάφνινο στεφάνι που φόρεσαν στο περήφανο καταϊδρωμένο κεφάλι του.

Ο νους του γοργόφτερο πουλί πέταξε στην πόλη του, στους γονείς του και στην αγαπημένη του κι έβλεπε τον εαυτόν του έτσι στεφανωμένο νικητή και τροπαιούχο, να μπαίνει θριαμβευτής στην πόλη.



Απόσπασμα από το διήγημα «ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΦΛΟΥΡΙΑ»

Το πώς πέρασε τη ζωή του, το πώς πέρασε κι έγινε παππούς, ούτε που το κατάλαβε. Μια σκέψη κράτησε στο νου του και μια σκιά σαν όνειρο, ένιωθε να πλανάται. Τη σκιά της γυναίκας του, που τον άφησε μόνον. Τούτα τα εγγόνια τώρα, ήταν η δική της παρουσία. Τ’ όνομα της πρώτης εγγονής – της Βάιας – ήταν τ’ όνομα εκείνης. Ήταν η συνέχεια. Αυτά της τα μάτια. Τα ξανθιά της μαλλιά. Το γλυκό πρόσωπο. Αχ! και τι δεν του θυμίζουν όλα αυτά.

Χριστέ μου!, πόση ευτυχία ένιωσε εκείνη την μέρα που της στόλιζαν τούτα τα χρυσαφικά! Της πέρασε ο Χρίστος τα δαχτυλίδια στα δάχτυλά της. Και όπως της άγγιξε τα χέρια, ένας αόριστο φόβος, ένα σκίρτημα, ένα ρίγος περνούσε όλο το κορμί κι έκανε την καρδιά της να χτυπά σ’ ένα αλλόκοτο ρυθμό. Ποιος της πέρασε το πεντόλιρο στο λαιμό της. Ποιος στόλισε το κεφάλι της και το στήθος της με τα φλουριά. Ποιος της πέρασε το ασημοζούναρο! ούτε κατάλαβε. Ένα τραγούδι έρχονταν σαν αχός στ’ αφτιά της και μια ευχή: «Να ζήσετε. Να ζήσετε»…

Ήρθαν στο νου μου τα λόγια της!..

- - Τι με ξετάζεις Νίκο μου; Τι τα θέλεις αυτά και μου τα θυμίζεις. Έτσι είναι η ζωή. Έχει τις χαρές. Έχει και τις λύπες. Σαν κι αυτή τη χαρά δεν πήρα άλλη στη ζωή μου. Δεν ξέρω αν αυτό το λένε αγάπη. Στάθηκα στον άντρα μου δίπλα, πόδι και κεφάλι. Κι αυτός αφέντης και κύριος. Σπείραμε ένα σωρό παιδιά. Όμως στήριγμα κι απάγκιό μας, ήταν η αγάπη.



Απόσπασμα από το διήγημα «ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΥΜΑ»

Πρωί, πρωί, με το λάλημα του πετεινού και τα πρώτα αλυχτίσματα των σκύλων, πήραν το δρόμο για την πόλη. Σ’ όλο το δρόμο μιλούσε. Τραγουδούσε. Σκέφτονταν, πάλευε στο νου του, να ξεδιαλύνει, πως βρέθηκε εκείνος φτωχός μεροκαματιάρης, χωρίς ήλιο και μοίρα. Κι άλλοι, πλούσιοι τσιφλικάδες, με δικαιώματα ζωής και θανάτου, επάνω στους φτωχούς αγρότες.

Κάπου μέσα στο πλήθος βρέθηκε και ο Χρήστος. Η ψυχή του ήταν γεμάτη από ενθουσιασμό, από πάθος, από αγωνιστικό παλμό. Δεν έβλεπε και δεν άκουγε τίποτα. Ο νους του ήταν γεμάτος από τα λόγια που άκουγε, για δικαιώματα και υποχρεώσεις του ανθρώπου. Για τη δική του γη. Για το ψωμί του. Για εκμετάλλευση. Και η ψυχή του συγκλονίζονταν.

Παράλληλα στο δρόμο της γραμμής του τρένου προς τους στρατώνες, έπεσε επάνω του το άλογο κι εκείνος επάνω σ’ αυτό και στον ιππέα. Και μέσα σε λίγα λεπτά, έμεινε άπνους και νεκρός. Ασάλευτος και ματωμένος. Άψυχος, στη μέση του δρόμου.

Το μονόκαρο ήταν μικρό για το μπόι του Χρήστου. Τα πόδια του κρέμονταν έξω απ’ αυτό και φαίνονταν τα τσαρούχια του με τις φούντες. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα και ματωμένα. Όμως, το πρόσωπό του έλαμπε με μια παράξενη λάμψη. Μια γλυκιά αγαλλίαση.



Απόσπασμα από το διήγημα «ΣΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΓΕΦΥΡΑΚΙ»

Ο οδοιπόρος έσκυψε στη χαμηλή πόρτα του καφενέ και μπήκε μέσα. Κι ήταν σαν κεραυνός που τάραξε την ησυχία. Έγινα τα καλωσορίσματα, τα κεράσματα και από συζήτηση σε συζήτηση, μπήκαν και στο πρόβλημα που τους απασχολούσε και στην αποστολή του.

Σου πιάνεται η καρδιά σου να τα βλέπεις πεινασμένα τα ζωντανά. Αλλά και τα παιδιά μας δεν πάνε πίσω! Πώς να τα βγάλουμε πέρα; Κι έχω και παιδί στην πόλη για σπουδές, μονολογούσε και ο μπάρμπα – Βασίλης, μαζεμένος στη γωνιά, κουνώντας το κεφάλι του με απόγνωση.

Σκυμμένος πάνω στους νόμους, στα καταστατικά και τα πρακτικά, έγραφε και ξανάγραφε ο ξένος. Μάζεψε τις υπογραφές κι όταν πια είχε αποκάμει, είδε πως είχε μείνει μόνος με τον καφετζή. Ένας – ένας είχαν φύγει οι παραγωγοί. Και τότε θυμήθηκε τον μπάρμπα – Γιώργο που τον γνώριζε καλύτερα και τον είχε καλέσει στο χωριό.

Άνοιξε το στόμα του να φωνάξει στον άγνωστο οδοιπόρο της νύχτας, μα δεν πρόλαβε να βγάλει μιλιά. Ακούστηκε μόνο μια άναρθρη κραυγή. Ένα δυνατό τρίξιμο και ύστερα όλο το γεφυράκι μετακινήθηκε μαζί με το νερό. αρπάχτηκε δυνατά από τα ξύλα κι άρχισε να φωνάζει βοήθεια.

Κύριε επόπτα είσαι καλά; Ω! Θεέ μου, είπε ο γερο-χωρικός και σταυροκοπήθηκε. Ήσουν τυχερός. Άκουσα τις φωνές καθώς γύριζα από την πόλη κι έτσι μπόρεσα να σε βγάλω μέσα από το νερό. Δεν έπρεπε να φύγεις. Αχ! δεν έπρεπε. Κι εγώ είχα το πρόβλημά μου. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Ας είναι ευλογημένος ο μεγαλοδύναμος. Ας είναι ευλογημένος. Επανέλαβε ο ξένος. Θα ξαναρχίσουμε απ’ την αρχή.

(Γ΄ Βραβείο διηγήματος Πανελλαδικού διαγωνισμού του Πνευματικού Πρακτορείου Γιοχάνεσμπουργκ, Ν. Αφρικής)



Απόσπασμα από το διήγημα «Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ»

Ήταν η ώρα του λύκου. Το σημείο μηδέν. Το σμίξιμο της νύχτας με τη μέρα. Και ξαφνικά, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, η καμπάνα της εκκλησιάς άρχισε να χτυπά γρήγορα, ανήσυχα, μια, δυο, τρεις φορές… Μια μικρή διακοπή και ξανά πάλι… Αρχικά επικράτησε μια παγερή σιωπή. Ύστερα!.. Ύστερα, όλα άλλαξαν. Τα πουλιά κρύφτηκαν. Τα ζώα άρχισαν να περιφέρονται ανήσυχα. Το ίδιο και οι άνθρωποι. Όλα τα κάλυπτε ο τρόμος και μια βουή που όλο δυνάμωνε. Κι όταν ξεχώρισαν πυροβολισμοί, το αίμα πάγωσε στις φλέβες.

Τόσους πολέμους. Τόσες μάχες. Τόσες μπόρες και τόσους αγώνες πέρασε αυτός ο παππούς κι ούτε δείλιασε ποτέ το μάτι του. Μάχες για την απελευθέρωση από τους Τούρκους το 1881 και 1897. Μάχες το 1912-13 και το 1922 και όλο με το τραγούδι στο στόμα και το κουράγιο στην καρδιά του. Πολλές φορές είδε όλα να γίνονται στάχτη και κουρνιαχτός. Όλα να χάνονται. Και δεν το έβαζε κάτω. Ξανάρχιζε από την αρχή. Και χαίρονταν γύρω-τριγύρω του παιδιά, νυφάδες κι εγγόνια. Μα τώρα! Στο κρεβάτι του πόνου, περίμενε ανήμπορος να αγωνιστεί, τους Γερμανούς. Κούτσα, κούτσα, ασφάλισε και πέτρωσε τις πόρτες. Κάλυψε με τσόλια τα παράθυρα, ξεκρέμασε το γκρά του, το γέμισε κι ακούμπησε στο παράθυρο και περίμενε.

Κι ήταν ο εχθρός μας, φίλος κι αδελφός. Ήταν προδότης και γενίτσαρος. Ήταν ντροπή για όλους. Για τους γονείς του, τους συγγενείς και φίλους, για την πόλη του, για την πατρίδα. Με φλάμπουρο το κεφάλι του προδότη κίνησε η πομπή για το χωριό και το μήνυμα απλώθηκε κι ηύρε και αντάμωσε το μήνυμα της λευτεριάς, π’ αγκάλιασε όλη τη χώρα.

(Α΄ έπαινος διηγήματος Πανελλήνιου Διαγωνισμού 1984 της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών)