Διηγήματα



Νικήσας νίκην πρώτην





Οχυρό Ιστίμπεϊ





Το άρωμα των κρίνων





Ταξίδι μιας ημέρας





















ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΩΝ ΚΡΙΝΩΝ
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (1993)


Το βιβλίο «Το άρωμα των κρίνων» αφιερώνεται στην πολυαγαπημένη σύντροφό μου Μαίρη, στήριγμά μου και συνοδοιπόρο στη ζωή και στο λογοτεχνικό μου έργο και σ’ όλους τους ανθρώπους που αγαπήσαμε και μας αγάπησαν.



ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΩΝ ΚΡΙΝΩΝ


Αργά τη νύχτα, τα κούτσουρα στο αναμμένο τζάκι τριζοβολούσαν στη γωνιά. Το χαμηλό φως έδινε μια ξεχωριστή διάσταση στα αντικείμενα του δωματίου. Στο κρεβάτι του πόνου η άρρωστη γυρόφερνε ανήσυχη, ενώ οι άλλοι ησύχαζαν παραδομένοι στην αγκαλιά του ύπνου. Ένας ύπνος γεμάτος από εφιάλτες, απρόσκλητοι επισκέπτες, συντρόφευαν το θάνατο που έκανε αισθητή την παρουσία του, στο ήρεμο δωμάτιο, μέσα στην απριλιάτικη νύχτα.

Αμίλητος ο άντρας της, ο γιος της, η νύφη της, οι κόρες της, οι γαμπροί της, κάθονταν σιμά, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, δίπλα στο μαξιλάρι, κοντά στο κρεβάτι του πόνου. Το καντηλάκι στο εικόνισμα τρεμοσβήνοντας τη μικρή του φλόγα μέσα σε ανεπαίσθητους ψιθυρισμούς, συντρόφευε το αναμμένο τζάκι. Μια θλίψη αβάσταχτη, διάχυτη τριγύρω, γέμιζε το μικρό χωριάτικο δωμάτιο.

Η άρρωστη ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της.

- Λίγο νερό! Δώστε μου λίγο νερό, πρόφερε με κόπο. Της έβρεξαν τα χείλη. Ηρέμησε.

- Λίγο νερό, ξανάπε… και πάλι και πάλι…

- Σηκώστε με λίγο… Αφήστε με…. Αχ, η μέση μου… Πονάω…. Αχ, πονάω.

- Έλα, μαμά, ξεκουράσου. Κοιμήσου λίγο… Ακούστηκε από δίπλα η φωνή της κόρης της.

Για μια στιγμή ησυχία βασίλεψε μέσα στο μικρό δωμάτιο. Μόνο το τρίξιμο της φωτιάς στο τζάκι ακούγονταν. Ύστερα η άρρωστη ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της. Άπλωσε τα χέρια της ίσια μπροστά, σήκωσε το κεφάλι ψηλά…. Έμεινε για λίγο ακίνητη.

- Πάρεμε παππού! … Παππού, πάρεμε! είπε μέσα σε έξαψη. Κάποιο από τα παιδιά της της έπιασε τα χέρια.

- Ποιόν παππού ζητάς; τη ρώτησε. Εκείνη τον κοίταξε με ένα απλανές βλέμμα. Δεν μίλησε.

- Ποιόν παππού ζητάς; την ξαναρώτησε ήρεμα.

Έσκυψε το κεφάλι!

- Τον παππού μου. Είπε αργά ψιθυριστά, με τρεμάμενη φωνή.

Τα ογδόντα χρόνια πέρασαν. Κι όλα αυτά τα χρόνια έγιναν τώρα μια στιγμή, σ’ αυτό το ταπεινό σπίτι, πάνω στο κρεβάτι του πόνου.

Βλέπεις η ωρίμανση!… Το γήρας!… Η ζωή κύλησε μέσα από τις χούφτες της. Εκείνα τα ανέμελα χρόνια, έγινα ένα γέρικο κορμί, κοντά πολύ κοντά στην έξοδο από τη ζωή. Το μονοπάτι έγραφε «τέλος»… Κι άγγιζε πλέον αυτή τη νοητή γραμμή… Αχαλίνωτο άτι ο νους τούτες τις ώρες, μας παίρνει μαζί του στο κάλεσμα των αναμνήσεων.

Σαν κυπαρίσσι ολόρθο, φάνταζε μέσα στου κάμπου την πρασινάδα ο Γιάννης, που εκείνη την ημέρα κίνησε για την εκκλησιά, μα ο δρόμος τον έβγαλε, εκεί που η καρδιά του τον οδηγούσε.

Έσμιξαν, έτσι απλά, όπως η ανεμώνα κι’ ο νάρκισσος. Ο κισσός και η λεύκα. Όπως τα πουλιά και τα λουλούδια. Έτσι, όπως η φύση το προστάζει και η αρμονία, για χάρη της ισορροπίας και της ομορφιάς, επιβάλλει. Έτσι όπως το θέλει ο έρωτας και η ζωή.

Κι απλώθηκε γαλήνη. Απαλή γλυκιά μουσική και τραγούδια κι ένα πανέμορφο τρελό μεθύσι τα άγγιξε όλα. Κι απόμειναν έτσι μονάχοι στον κάμπο, ναυαγοί στης ζωής το ξεκίνημα.

Στο χωριό ζούσαν λίγε πλούσιες οικογένειες. Σ’ αυτές πήγε η Δήμητρα και ζήτησε δουλειά, ξενοπλένοντας και εξασφαλίζοντας το βδομαδιάτικο. Ένα μικρό χαρτζιλίκι εξασφάλιζε και η Ελένη. Κι έτσι δίπλωνε το καθημερινό μεροκάματο του Γιάννη. Τα έξοδα καλύφθηκαν. Οι σπουδές έγιναν. Τα παιδιά πήραν διπλώματα, έπιασαν δουλειές και οι δυό τους τα καμάρωναν και ήταν πολύ υπερήφανοι γι’ αυτά. Κι’ αν έφυγαν από κοντά τους, τι σημασία είχε. Αρκεί που ήταν καλά και ευτυχισμένα κι ας ήταν πάντα κάτω από το βλέμμα του Θεού.

Λυμένα όλα τα προβλήματα της οικογένειας, ήταν καιρός να απολαύσει τις χαρές της ζωής – αυτές που στερήθηκε όλα τα χρόνια παλεύοντας για το καλύτερο της οικογένειας – κοντά στα παιδιά της με εκδρομές και ταξίδια, όπως και έγινε. Όπου κι αν πήγε δεν ξέφυγε από το καλώς πράττειν. Και η αγάπη, αγάπη και αφοσίωση. Η ζωή μια πορεία αγάπης και αφοσίωσης, εκείνη στον άντρα της και στα παιδιά της κι εκείνος στη γυναίκα του και στα παιδιά του.

Την άνοιξη ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν. Την τελευταία φορά ο γιατρός ήταν σαφής:

Η καρδιά της είχε σοβαρό πρόβλημα. Πολλές αρτηρίες ήταν βουλωμένες. Η μόνη λύση η πλαστική εγχείρηση και προσθήκη μπάι-πας.

- Γιατρέ, αυτά δεν είναι για μένα! Βοήθησέ με με φάρμακα. Είπε.

Για το γιο, όμως, δεν έφτανε αυτό. Εξάλλου, όσα και να προσφέρεις στη μάνα, πάντα είναι λίγα.

Ερεύνησε όλες τις δυνατότητες, μα δεν υπήρχε διέξοδος και λύση.

Έτσι, στο κρεβάτι του πόνου, στο ίδιο της το σπίτι, εκεί που έζησε τις χαρές και τις λύπες, ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι.

Ο παππούς που φώναζε στο παραμιλητό της, στο άγγισμα του θανάτου της, την πήρε μαζί του. Και χέρι-χέρι την οδήγησε στα αιώνια παλάτια του παραδείσου, στα αιώνια παλάτια του φωτός και της αλήθειας.

Και έγινε φως. Λάμπον φως κι αστέρι του ουρανού και όνειρο!..

Έγινε το άρωμα των κρίνων της αυλής της. Το άρωμα και ο αγέρας, ο ήλιος και η ομορφιά, που την περιτριγύριζαν και γέμιζαν την παρουσία της.

Το άρωμα των κρίνων και η σιωπή, η απόλυτη σιωπή, που μας περιβάλλει, μας αγγίζει, μας αγκαλιάζει, μας φιλά, μας μιλά και μας οδηγεί στης αυλής την απέριττη γωνιά, κάτω από τον ίσκιο του πεύκου και πλάι στων λουλουδιών την ομορφιά και τη γαλήνη. Και η σκιά της εκεί, στο κατώφλι της πόρτας, μας περιμένει πάντα, για να μας πει: Ήρθες παιδί μου!!!

Το άρωμα των κρίνων και η σιωπή, στης απουσίας το απλήρωτο κενό!..

Η γιαγιά, η σύζυγος, η αδελφή, η μάνα, ο άνθρωπος.



ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΗΣ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ


Χρόνια τώρα πάντα καθισμένη στην ίδια καρέκλα, στο ίδιο γραφείο, βοηθούσε τον αδελφό της στις δουλειές του μαγαζιού. Στην ταμπέλα έγραφε και το όνομά της «Φώτο-Νίνα». Νίνα την έλεγαν.

Πάντα με ένα χαμόγελο στα χείλη της. Ένα χαμόγελο. Μια συγκατάβαση. Μια καλωσύνη.

Η αγάπη στον συνάνθρωπο έκδηλη, ειλικρινής. Η αγάπη στους μεγάλους και στα μικρά παιδιά χωρίς υποκρισία. Την ένιωθες να ξεχειλίζει από την καρδιά της και να γίνεται έκφραση… Να μετουσιώνεται σε πράξη, σε ανθρωπιά.

Το ρυτιδωμένο πρόσωπό της δεν αλλοίωσε τα όμορφα χαρακτηριστικά της. Το ολοστρόγγυλο πρόσωπο, τα λεπτά της κόκκινα χείλη, τα ωραία της γαλάζια μάτια, σα θάλασσα και ουρανό μαζί, στεφανωμένα με τα ολόχρυσα ξανθά μαλλιά της, είχαν κάτι ακόμα από τη λάμψη της νιότης.

- Πέρασαν χρόνια. Δεν μπόρεσα να τον ξεχάσω. Προσπάθησα. Γνώρισα έναν δύο άντρες, μα στάθηκε αδύνατος να τους συγκρίνω με εκείνον. Κανένας δεν στέκονταν δίπλα του. Και έτσι, έμεινα σ’ αυτό το μαγαζί. Στην ίδια καρέκλα πίσω από το ίδιο γραφείο. Και ζω μαζί με όλον τον κόσμο τις δικές του μικροχαρές και τις λύπες. Με αυτούς που χαίρονται τις στιγμές του γάμου μέσα από τις φωτογραφίες. Τα βαφτίσια των παιδιών. Τα ταξίδια, τα τοπία της χώρας μας και όλου του κόσμου.

- Ζω με τις αναμνήσεις.

Ο Γιώργος κάτι θέλησε να πει. Κάτι έρχονταν στα χείλη του, μα δεν έβγαινε κουβέντα. Τέλος, ύστερα από αυτή την ολιγόλεπτη σιωπή πρόσθεσε:

- Είναι αλήθεια πως όλος ο κόσμος βγαίνει από τα όνειρά του στην πορεία της ζωής και μόνο οι αναμνήσεις τον ακολουθούν. Είναι η βακτηρία της ζωής.

Η Νίνα απάντησε με ένα γλυκό χαμόγελο συγκατάβασης.



«ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑΤΑ»
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ


- Ποια καλούπια παιδί μου! Η ζωή είναι μια έκφραση που πηγάζει από τις ρίζες μας. Από τις παραδόσεις, τα ήθη και έθιμα.

Γεννιέσαι, μεγαλώνεις. Θα αγαπήσεις. Θα παντρευτείς και θα κάνεις δικής σου οικογένεια. Θα μάθεις από τη ζωή να αγαπάς, να θυσιάζεσαι, να προσφέρεις. Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά. Χαμογελούσε.

- Θείε, δεν γίνονται αυτά. Πέρασε ο δικός σας καιρός.

Ο θείος Κώστας παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την πορεία της και πάντα θυμόταν το ανυπόταχτο εκείνο πλάσμα που ένιωθε πάνω από τη ζωή, πάνω από τον κόσμο να πετά στα σύννεφα με τα φτερά της νιότης.

Και μια μέρα, έτσι όπως την είδε καθισμένη σε πλήρη αυτοσυγκέντρωση να ταΐζει από το ίδιο της το σώμα την κόρη της, μια εικόνα υπερκόσμια κάτω από τις ευλογίες της ίδιας της φύσης, της παντοδύναμης οντότητας που γεννά και κατευθύνει τον κόσμο, δίχως περιστροφές παρατήρησε:

- Και εκείνες τις ιδέες των εφηβικών σου χρόνων, τις κρατάς ακόμα ή τις εγκατέλειψες Κάτια;

Τον κοίταξε με τα εκφραστικά της μάτια. Χαμογέλασε. Κοίταξε το αγγελούδι στην αγκαλιά της και ύστερα άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο άπειρο.

- Τι νόμισες θείε, πως δεν είχα αισθήματα;

- Βλέπεις, η ολοκλήρωση…Συνέχισε.

- Η ολοκλήρωση, επανέλαβε ο θείος Κώστας και ο παναιώνιος προορισμός του ανθρώπου. Καλή πορεία Κάτια στο δρόμο της ζωής σου που διάλεξες!



ΗΤΑΝ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΜΟΧΘΟΣ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ


Η δεκαετία του 60 σημαδεύτηκε από το μεγάλο ρεύμα μετανάστευσης προς τις αναπτυσσόμενες και τις ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες τη Γερμανία, την Αυστραλία, την Αμερική.

Νέοι και νέες συμμάζευαν τις πληγωμένες ελπίδες για μια καλύτερη ζωή στη χώρα τους, τις απογοητεύσεις και τις ματωμένες συνειδήσεις, στριμώχνονταν στα τραίνα και στα πλοία, που τους άδειαζαν σε άγνωστους κόσμους, σε άγνωστες χώρες, γι αμι καλύτερη τύχη για μια καινούρια αρχή.

Μέσα σ’ αυτούς ήταν κι ο Πέτρος. Από μικρός στο χωριό του και τι δεν έκανε για να τα φέρει βόλτα και να εξασφαλίσει το μεροκάματο. Ήταν ο τσοπανάκος στο κοπάδι προβάτων του θείου του, αγροτοϋπάλληλος στο χωριό του και σε γειτονικά, οικοδόμος, χαμάλης και κάθε δουλειά του ποδαριού, ήταν και δική του δουλειά. Μα όχι μόνο δεν έκανε προκοπή, αλλά με δυσκολία εξασφάλιζε μια υποτυπώδη ζωή και χόρταινε την πείνα τη δική του και της οικογένειας.

Τις απονύχτερες ώρες στης μοναξιάς την ατελείωτη σιωπή, ποτίζει με το δάκρυ της τις αναμνήσεις της.

Και καθώς είναι ανήμπορη για δουλειές με μικρή ακουή και όραση και με νου βασανισμένο και βαριά συνείδηση, λέει και ξαναλέει το ίδιο όνομα, τις ίδιες λέξεις.

Μέσα στα σκοτάδια της νύχτας και της συνείδησης και μέσα στης μέρας τη μοναξιά λέει και ξαναλέει το όνομα του γιού της. Το όνομα του Πέτρου και με δακρυσμένα μάτια λέει και ξαναλέει τούτες τις λέξεις:

- Ήταν ο δικός τους μόχθος!.. Ήταν ο δικός τους μόχθος!..



«ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΟ ΜΟΥ ΤΕΚΝΟ»
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ


Φορτωμένη ελπίδες, θέληση κι αγώνες και με πολλές δυνάμεις, μπήκε στο τραίνο που την έφερε στη μεγάλη πόλη. Εκεί συνειδητοποίησε πόσο μεγάλη και πόσες δυσκολίες είχε αυτή η πόλη. Η Αθανασία έμεινε λίγες μέρες, μέχρι να βρει δωμάτιο, στη θεία της. Ύστερα με μια φίλη της εγκαταστάθηκαν σ’ ένα μικρό δωμάτιο στα Κάτω Πατήσια. Όσο και αν προσπάθησε μόνη της, δεν μπόρεσε να πιάσει μια δουλειά της προκοπής.

Ο καιρός περνούσε. Ο καημός ενός παιδιού μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Όσο και αν εκείνη επαναλάμβανε τα λόγια του γιατρού και ακολουθούσε τις συμβουλές του, άλλο τόσο τους έπνιγε και τους δυο το πρόβλημα της ατεκνίας.

Και πριν καλά, καλά περάσει ο ένας χρόνος, ήρθε και το παιδί. Δύσκολη η εγκυμοσύνη. Ανησυχία, ταλαιπωρία, φαρμακοθεραπεία και όλα τα γνωστά τότε μέσα, για την ολοκλήρωση και τη γέννηση.

Ήταν ήδη πολύ αργά. Είχε γείρει το κεφάλι της και είχε αφήσει την τελευταία της πνοή πάνω στο κρεβάτι του πόνου, αφήνοντας πίσω της έναν άντρα με ραγισμένη καρδιά από τον πόνο και ένα παιδί που δεν θα ξαναφώναζε πια «μαμά».

Πήρε το μακρύ δρόμο για το μεγάλο ταξίδι χωρίς γυρισμό.

Πήρε μαζί της το μεγάλο ερωτηματικό γι’ αυτό το γλυκόπικρο τέκνο της, που ήρθε σαν ζωή και σαν θάνατος στο δικό της δρόμο.

Ο καημός της ατεκνίας θεραπεύτηκε. Ο γιατρός έκαμε το χρέος του. Δρομολόγησε την ευτυχία τους. Τους ενημέρωσε για τους κινδύνους!

Επικράτησε σιωπή. Το καλοκαίρι είχε μεστώσει. Το αυτοκίνητο περνούσε τους κάμπους, τα βουνά, τα δάση. Η φύση έδινε τους καρπούς της και αγκάλιαζε το θάνατο. Τα δέντρα σταμάτησαν την ανάπτυξη. Τα σιτάρια έγιναν σκέτες καλαμιές στα χωράφια.

Η Μίνα η γυναίκα του, πνιγμένη στο κλάμα, έσπασε την ησυχία της στιγμής. Πολύ πικραμένη, γεμάτη αγανάκτηση είπε με μια ραγισμένη φωνή:

- Δρομολόγησε το θάνατό της!.. Ναι αυτό έκανε!

Ο Νικήτας γύρισε και την κοίταξε ξαφνιασμένος. Λίγο έλειψε να του φύγει το τιμόνι από τα χέρια, καθώς οδηγούσε το αυτοκίνητο στον πολυσύχναστο δρόμο.

- Ήταν η φύση. Η επιλογή της φύσης, είπε. Ήθελε την ολοκλήρωση. Την επεδίωξε, την έζησε.

Βιάστηκε και διάβηκε πιο γρήγορα το δικό της δρόμο.

Κέρδισε; Έχασε; Ποιος ξέρει!

Η ζωή πορεύεται μια σκυτάλη π’ αλλάζει χέρια και την κάνουν αθάνατη. Αφήνει πίσω της τον κόσμο του χθες που γίνεται πείρα ζωής και μνημεία.