Διηγήματα



Νικήσας νίκην πρώτην





Οχυρό Ιστίμπεϊ





Το άρωμα των κρίνων





Ταξίδι μιας ημέρας





















Ταξίδι μιας ημέρας

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Στην πορεία ζωής και στην εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας και του πολιτισμού, κάποια γεγονότα, κάποιες σκηνές, και κάποιες ιδιαίτερες στιγμές, άφησαν τα δικά τους σημάδια στη συνείδηση, όσων τις βίωσαν κι’ όλων, όσων σαν απλοί θεατές των γεγονότων, τις παρακολούθησαν από κοντά ή τις άκουσαν, σαν παραμύθι και σαν ιστορία.

Ο καθένας, πήρε αυτά που μπορούσε να πάρει. Διδάχτηκε παραδείγματα προς μίμηση ή αποφυγή και πολλές φορές κατέφυγε σ’ αυτά, σε στιγμές περίσκεψης και διαλογισμού, απόγνωσης και κινδύνων.

Στα διηγήματα αυτού του βιβλίου με τον τίτλο «Ταξίδι μιας ημέρας» καταγράφονται και αποδίδονται στιγμές, γεγονότα, θύμησες, όπως ακριβώς άγγισαν και μίλησαν στην ψυχή μου και στα αισθήματά μου και όπως ακριβώς επέδρασαν επάνω στα πρόσωπα της ιστορίας και στη δική μου την οντότητα.

Καταγράφτηκαν αισθήματα, προβληματισμοί, ερωτηματικά και αναπλάστηκαν ιστορικές στιγμές και βιωμένες μνήμες, μιας ηλικίας και μιας εποχής, όπου ο άνθρωπος ενεργούσε με την αγριότητα της παρόρμησης και κάτω από γνήσια και αληθινά αισθήματα, χωρίς υποκρισίες, υστεροβουλίες και σκοπιμότητες.

Πολλά στρέφονται και αναφέρονται, γύρω από την οικογενειακή ζωή των αγροτών και των νέων, οι οποίοι κάτω από τις σκληρές και αντίξοες συνθήκες των καιρών, κάτω από την φτώχεια, μπόρεσαν σαν άνθρωποι, μεμονωμένα άτομα, σαν γονείς και κοινωνικές ομάδες να επιζήσουν, να προοδεύσουν και να μεταδώσουν μόρφωση, πολιτισμό, παιδεία, αγωγή και ελπίδα στα παιδιά τους και στις αδύνατες μικρότερες ομάδες ανθρώπων. Τους έκαναν ικανούς να αγωνίζονται για το καλό, το αγαθό και για το καλλίτερο μέλλον τους.

Ο κάθε αναγνώστης, στο καθένα από τα διηγήματα, θα συναντήσει τη σκληρότητα του πολέμου, υπό οποιαδήποτε μορφή και τις συνέπειές του. Την οικογενειακή γαλήνη, δίπλα σε κάποιο αναμμένο τζάκι. Τη συμβουλή της μάνας, πίσω από το άγρυπνο βλέμμα της, πίσω από το τραγούδι και το παραμύθι. Τη σκληρότητα και τις δύσκολες συνθήκες μάθησης, σπουδών ή της επαγγελματικής και κοινωνικής αποκατάστασης των νέων. Τις συνθήκες και τον τρόπο ζωής ομάδας περιθωριοποιημένων συνανθρώπων μας. Την απογοήτευση και την προδοσία των αγωνιστών για ιδανικά αρετές, για ισότητα, δικαιοσύνη, ελευθερία, για πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια.

Το κάθε διήγημα είναι μικρό κομμάτι από τη ζωή, ένα « Ταξίδι μιας ημέρας» και η ζωή είναι κομμάτια από τα διηγήματα. Χρόνια τα κουβαλώ μέσα μου και πίσω τους αντικρίζονται οι σεπτές μορφές των προγόνων μου, οι γονείς μου, το χωριό, ο πόλεμος, η κατοχή, η αντίσταση, η παιδική ηλικία. Τα όνειρα και οι ελπίδες, η παιδική αθωότητα, η γεροντική σοφία και όλα αυτά, που χάνονται στην αχλύ του μύθου και την ανίκητη δύναμη των συμφερόντων των ισχυρών, που δεν διστάζουν να σκορπίσουν τον όλεθρο και την καταστροφή τριγύρω τους, αποβλέποντας στον ατομικό πλουτισμό και στην καλοπέραση.

Άγιες μορφές, ο πατέρας, η μάνα, τα αδέλφια κι' όλοι, όσοι χάθηκαν ακολουθώντας της καρδιάς τον κτύπο και της ψυχής την ανθρωπιά και τα αισθήματα. Οι πράξεις τους, οι διδαχές τους, ο ψυχικός τους κόσμος, ας μας εμπνέουν κι’ ας μας καθοδηγούν.



Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στους γονείς μου Χρήστο και Αθηνά που με γέννησαν και μ’ έμαθαν να ζω, να υπάρχω και να αγωνίζομαι για την ουσία της ζωής και για πανανθρώπινα ιδανικά, βιώνοντας τις ελληνοχριστιανικές αρετές.

Είναι κατάθεση ψυχής και απόδοση τιμής και δόξας και μνήμης αιώνιας.



Οι γονείς μου: ΧΡΗΣΤΟΣ και ΑΘΗΝΑ

Αποσπάσματα διηγημάτων

«ΤΑΞΙΔΙ ΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ»


Το ταξίδι μιας ημέρας Μυτιλήνη – Αϊβαλί – Πέργαμος είχε τελειώσει. Κι’ εμείς πιο πλούσιοι από εντυπώσεις, από εμπειρίες, πιο άνθρωποι από το χθες και πιο Έλληνες από αισθήματα και υπερηφάνεια γυρίσαμε με περισυλλογή στον τόπο διαμονής μας. Πάνω απ’ όλα στέκεται ο άνθρωπος και κατευθύνεται με τον πανίσχυρο λόγο στο καλό και στο κακό. Στην πρόοδο και στην καταστροφή. Στον πολιτισμό και στη βαρβαρότητα.



«ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑΣ»


Εκεί στη θάλασσα του Μαρμαρά, στον Κεράτειο κόλπο του Βοσπόρου, στην Πόλη και στην «Αγιά Σοφιά», ένα φτωχό κατατρομαγμένο σπουργίτι πετά τριγύρω και χτυπά το τζάμι στην πόρτα της ψυχής μας. Είναι η ψυχή του Ελληνισμού που χάνεται!.

Το θρηνητικό τραγούδι της πετροχελιδόνας τους καλοκαιριάτικους μήνες, δεν σταματά. Γιατί θέλει να μας δείξει πως ο θάνατος του Ελληνισμού βρίσκεται διάχυτος στην βαριά ατμόσφαιρα της πόλης, στα παλιά χαλάσματα του Φαναριού, της συνοικίας του Πέραν και του Γαλατά και στο δικό της πονεμένο θρήνο.

Έρχεται πίσω μας ένα περιστέρι με ένα κλαδί ελιάς από το βράχο της Ακρόπολης και το Ναό του Παρθενώνα, για να μας φέρει την Ειρήνη και τη δικαίωση. Ίσως αυτή η δικαίωση να κλείσει τις πληγές του Ελληνισμού και τα σημάδια της βαρβαρότητας. Ίσως, αυτή να μας φέρει πίσω αυτά που χάθηκαν!.



«ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ»


Ο Πάνος έσκυψε το κεφάλι του και δεν μίλαγε. Πέρασαν λίγα λεπτά της ώρας σε απόλυτη σιωπή. Έτσι σαν απότιση φόρου τιμής στις ψυχές και στη μνήμη των νεκρών. "Ενός λεπτού σιγή" Ύστερα σήκωσε το κεφάλι ψηλά, σηκώθηκε όρθιος, κοίταξε τον Νικήτα στα μάτια, ύστερα τον Κώστα και με φωνή που έτρεμε ψιθύρισε.

- Κάθε χρόνο αυτή την ημέρα, ζω τη σκληρή πραγματικότητα εκείνης της στιγμής της θυσίας των συνανθρώπων μας, στο βωμό του αγώνα και της ελευθερίας, στο βωμό των ιδανικών των ανθρώπων, των ιδανικών της φυλής μας.

Έκανε δυο βήματα μπροστά για να φύγει. Στάθηκε πάλι μια στιγμή, γύρισε πίσω και πρόσθεσε:

- Κάθε χρόνο ζω στη σκιά αυτής της εκτέλεσης κι εδώ στην καρδιά μου, έχω βαθιά κλεισμένες τις ψυχές, όλων αυτών , που έφυγαν κι έγιναν τα περιστέρια, που μας ανάγγειλαν την ειρήνη αργότερα και την ελευθερία μας. Έγιναν άγγελοι που εξαργύρωσαν τη ζωή τους με τη δική μας ελευθερία.



«ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΗ ΦΑΤΝΗ»


Στο Όρος των Ελαιών φεύγοντας έκανα την προσευχή μου: «Χριστέ μου, αναζήτησα στον τόπο της γέννησης και του μαρτυρίου σου τη μορφή Σου και δεν τη βρήκα. Την αναζήτησα στους ανθρώπους του Σήμερα και δεν τη βρήκα. Έστρεψα το πρόσωπο μου στην ψυχή μου και σ' είδα να μάχεσαι τα ανομήματα, τα ανθρώπινα πάθη. Κι’ όταν αναζήτησα τους συντρόφους μου, τους συνανθρώπους μου, όλοι κοιμόντουσαν γύρω μου. Κύριε μη παρίδεις όλους εμάς τους αμαρτωλούς».

Και ανέκραζα όλη την ημέρα: «Μνήσθητι και ημών Κύριε εν τη Βασιλεία σου».



«ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ»


Ο Νικήτας μέσα από τις αντιφάσεις, τις πληγές και τις εμπειρίες του πολέμου, μικρό παιδί πολυμελούς οικογένειας με πλούσια συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες της χώρας, από το ’22, το ’40, την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, βγήκε βαριά τραυματισμένος. Γεύτηκε την ορφάνια, τη δυστυχία, τις ταπεινώσεις των συγχωριανών του. Αγάπησε τα γράμματα κι’ έβλεπε την πόρτα διαφυγής στη μάθηση και την αναζήτηση στις

Τώρα στο τρένο της ελπίδας, που τον έπαιρνε μαζί του μακριά από το χωριό, θυμάται τη χαρά του, όταν ο ευλογημένος εκείνος ταχυδρόμος, του έφερε το χαρτί της πρόσληψής του, καταμεσής στον κάμπο, μέσα στο βαμβάκι που μάζευε βοηθώντας την οικογένεια στην περισυλλογή της σοδειάς.

Ξανάρθαν στο νου του τα λόγια του μπάρμπα-Χρήστου «εδώ θα ζήσεις... θα ζυμωθείς με τη λάσπη και τον ιδρώτα, όπως όλοι μας. Και εδώ θα πεθάνεις και θα αφήσεις τα κόκκαλά σου...».

Βέβαια με τη λάσπη και τον ιδρώτα και με τη γη, ήταν εξοικειωμένος. Τα γεύτηκε, τα γνώρισε, τ’ αγάπησε. Όμως πίστεψε σε μιαν άλλη ζωή. Αγωνίστηκε να την κατακτήσει και τα κατάφερε. Έβλεπε μπροστά του έναν άλλο κόσμο. Κι’ αυτόν τον κόσμο αναζητούσε, όταν απάντησε στο μπάρμπα-Χρήστο: «Ορκίζομε πως δεν θ’ αφήσω να γίνει το δικό σου το χατήρι...».



«ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ»


Το άστρο του ανεβαίνει ψηλά και η αγάπη και εκτίμηση του κόσμου και του κράτους τον γεμίζουν ευτυχία, βλέποντας γύρω του τα παιδιά του, νιόβγαλτα βλαστάρια, να μεγαλώνουν και να γεμίζουν το σπίτι με γέλια, τραγούδια, φωνές ευτυχία. Ναι! ευτυχία και αγάπη για το σπίτι, τον κόσμο, τους ανθρώπους.

Έτσι, καθώς το τραγούδι της λευτεριάς έφθασε στο χωριό, καθώς ταπεινωμένοι έφυγαν οι κατακτητές, όλοι περίμεναν μια καινούργια αρχή για την πατρίδα μας, για την αγάπη και την ευτυχία στους Έλληνες και τους πολύπαθους αγωνιστές της ζωής στα μαύρα χρόνια της κατοχής και της ελευθερίας.

Όμως τα μαύρα χρόνια του διχασμού έμπλεξαν τους ανθρώπους σύμφωνα με τα συμφέροντα των ισχυρών. Ο Χρήστος, έζησε και ένιωσε όλο το μεγαλείο της αχαριστίας, της κακίας και του μίσους των ευεργετημένων, στον ευεργέτη τους.

Σκοτεινά τα χρόνια της κατοχής κι’ αυτά που ακολούθησαν. Μα πιο σκοτεινοί οι άνθρωποι και οι προθέσεις τους, εχθροί και φίλοι. Μέσα στη δίνη του πολέμου οι άνθρωποι έγιναν λύκοι και οι φίλοι εχθροί. Και οι κατακτητές φονιάδες, ληστές. Τα έχασε όλα. Μόνο το μέτρο, ο αριθμός των μελών της οικογένειας του έμεινε ανέπαφος.

Σ’ ένα δωμάτιο στην Καρδίτσα έμεινε με τη μισή οικογένεια. Του το είχε παραχωρήσει με ενοίκιο ένας μακρινός συγγενής του.

Εκείνο το απόγευμα στις 2 Φεβρουαρίου του 1950 ο γιατρός Νικολάου διεπίστωσε το θάνατό του.

Γύρω, τριγύρω η γυναίκα του Αθηνά, τα μισά από τα παιδιά του, τ’ άλλα ήταν στο χωριό, κατάπιναν κόμπο, κόμπο τον πόνο του χαμού του.

Στα μάτια των παιδιών ζωγραφίζονταν και έμεινε για πάντα ένα μεγάλο ερωτηματικό. Ένα μεγάλο γιατί;

Ύστερα μια πομπή πεζών σκιών ακολουθούσαν το διπλόκαρρο που έφερνε τη σωρό στο χωριό για την ταφή.

Η σιωπή του χρόνου τον άρπαξε και τον τύλιξε στα πέπλα της λησμονιάς. Ακόμα και το όνομα του όπως ήταν χαραγμένο στον απέριττο τάφο «Xρήστος Β. Μέγας, ετών 55» έσβησε. Μόνο στη μνήμη μας ξανάρχεται σαν άγγελος και σαν άνθρωπος, έτσι όπως έζησε για να ζωντανεύει την παρουσία του και να καθοδηγεί τα βήματά μας.

Αιωνία η μνήμη σου μεγάλε άνθρωπε, αγωνιστή, αγρότη.

Αιωνία σου η μνήμη μεγάλε ανθρωπιστή. Είμαστε υπερήφανοι για σένα.



«ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑΣ»


Εκεί στη θάλασσα του Μαρμαρά, στον Κεράτειο κόλπο του Βοσπόρου, στην Πόλη και στην «Αγιά Σοφιά», ένα φτωχό κατατρομαγμένο σπουργίτι πετά τριγύρω και χτυπά το τζάμι στην πόρτα της ψυχής μας.

Είναι η ψυχή του Ελληνισμού που χάνεται!.

Το θρηνητικό τραγούδι της πετροχελιδόνας τους καλοκαιριάτικους μήνες, δεν σταματά. Γιατί θέλει να μας δείξει πως ο θάνατος του Ελληνισμού βρίσκεται διάχυτος στην βαριά ατμόσφαιρα της πόλης, στα παλιά χαλάσματα του Φαναριού, της συνοικίας του Πέραν και του Γαλατά και στο δικό της πονεμένο θρήνο.

Έρχεται πίσω μας ένα περιστέρι με ένα κλαδί ελιάς από το βράχο της Ακρόπολης και το Ναό του Παρθενώνα, για να μας φέρει την Ειρήνη και τη δικαίωση.

Ίσως αυτή η δικαίωση να κλείσει μας πληγές του Ελληνισμού και τα σημάδια μας βαρβαρότητας.

Ίσως, αυτή να μας φέρει πίσω αυτά που χάθηκαν!.