Μυθιστορήματα



Βαθύ κόκκινο στο βαθύ γαλάζιο





Τα περιστέρια δεν ξαναγύρισαν





















Βαθύ κόκκινο στο βαθύ γαλάζιο

Το πρώτο βιβλίο αφιερωμένο στην πολυαγαπημένη μου Μαίρη,

Με πολύ αγάπη



ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το «Βαθύ κόκκινο στο βαθύ γαλάζιο» είναι μια ιστορία ανθρώπινη που αφήνει έντονα τα σημάδια στη συνείδηση των πρωταγωνιστών. Σημάδια που μόνον ο πόλεμος γνωρίζει να δημιουργεί στους απλούς ανθρώπους της καθημερινής βιοπάλης. Όλων αυτών που βλέπουν να χάνονται όλες οι αξίες τα ιδανικά, τα υλικά αγαθά, τα όνειρα και οι ελπίδες, η οικογένεια, η ευτυχία, τα πλούτη.

Το «βαθύ κόκκινο» είναι ο πόλεμος στην ειρήνη. Το δάκρυ στη χαρά. Η καταστροφή στη δημιουργία. Τα γκρεμισμένα όνειρα και οι χαμένες ελπίδες. Ο χαμένος δρόμος της ευτυχίας. Είναι η καταστροφή του γαλάζιου που μας χαμογελά στη ζωή. Ο άνθρωπος αγωνίζεται για να οικοδομήσει την ευτυχία του, την ευτυχία των συνανθρώπων του, των Εθνών του κόσμου ολόκληρου. Στην πορεία των αγώνων έρχονται κάποιες στιγμές, κατά τις οποίες, ο ίδιος γίνεται έρμαιο της κοινής μοίρας της ανθρωπότητας και του δικού του πεπρωμένου. Χωρίς να έχει τη δύναμη να αντισταθεί, ακολουθεί την προδιαγεγραμμένη πορεία σ’ έναν κόσμο που έχασε την πίστη του στον εαυτόν του, στο κοινωνικό σύνολο και στο κοινό καλό, που αποτελεί το σκοπό και την επιδίωξη, γίνεται η καταστροφή του απλού πολίτη, που γεμίζει την ψυχή του με όνειρα κι ελπίδες.

Το «Βαθύ κόκκινο στο βαθύ γαλάζιο» δεν είναι μια ιστορία με πολιτικά πάθη. Είναι ένα καθαρά αντιπολεμικό έργο. Ένα έργο που κλείνει μέσα στο «γαλάζιο» την ειρήνη και την ευτυχία των απλών ανθρώπων και μέσα στο «βαθύ κόκκινο» όλα τα στοιχεία που τα αντιμάχονται.

Είναι μια ιστορία δύο νέων ανθρώπων που αγαπήθηκαν κι έκτισαν επάνω στην αγάπη τους και στη λογική τη δική τους ευτυχία. Μια ευτυχία μέσα σε γαλάζια όνειρα και θαλασσιές ελπίδες, που την κατέστρεψε το μίσος του πολέμου. Το βαθύ κόκκινο των πληγών στο σώμα και στις ψυχές στους ίδιους και στην ανθρωπότητα που άνοιξε ο πόλεμος.

Η προσπάθεια για την επούλωσή τους και την απελευθέρωση της σκλαβωμένης πατρίδας, για τη συνένωση των συντριμμάτων της ερωτικής και οικογενειακής ευτυχίας, πρόσθεσε νέες πιο επώδυνες καταστάσεις, καθώς όλα ήρθαν πολύ αργά και η μοίρα είχε χαράξει το δικό της σκληρό δρόμο.

Οι γενιές έρχονται και φεύγουν, χωρίς να μπορούν οι άνθρωποι να οικοδομήσουν την ειρήνη, την ευτυχία από τις δικές τους αδυναμίες και τα πάθη, γιατί υπάρχει πάντα το βαθύ κόκκινο.

Υπάρχει η βιαιότητα του ενστίκτου, η ατομική μοίρα και οι ενορμήσεις θανάτου κι αυτοκαταστροφής.

Εκείνο που πάντα μένει είναι η ελπίδά που αποθέτουμε στο μέλλον και πάντα στη νέα γενιά, στα παιδιά που ακολουθούν.

Είναι το γαλάζιο που ηρεμεί, οικοδομεί την ευτυχία, ενθαρρύνει, υπομένει, επιμένει και το προσδοκούμε.



Απόσπασμα του μυθιστορήματος


Απότομα η βάρκα υψώθηκε καθώς ένα απρόσμενο κύμα τη χτύπησε στο πλάι. Έχασε την ισορροπία του κι έπεσε ανάσκελα μέσα στη βάρκα.

Πέφτοντας χτύπησε το πίσω μέρος του κεφαλιού του, στην πλώρη κι έμεινε ακίνητος μέσα στην «Ελενίτσα». Ο δυτικός άνεμος, την έσπρωξε προς τα ανατολικά.

Βασίλεψε ο ήλιος κι η βάρκα ακυβέρνητη προχωρούσε προς την Ανατολή.

Η ροδαυγή τη βρήκε με τον Γιώργο ανάσκελα στα σπλάχνα της, μεσοπέλαγα, ν’ αρμενίζει με το ανθρώπινο φορτίο της και να κατευθύνεται προς τα ανατολικά.

Με το ρόδισμα της αυγής, η βάρκα άρχισε να διακρίνεται όλο και περισσότερο. Αρχικά μαύρη, σαν μελανιά κηλίδα. Ύστερα πιο λευκή, πιο λευκή, σαν γλαροφωλιά. Στο πρώτο φως έγινε μια σταγόνα ολοκόκκινο αίμα. Κι όλο πορεύονταν προς την Ανατολή. Στο βαθύ γαλάζιοι αρχικά, στο ανοιχτό γαλάζιο, ύστερα. Κι αργότερα στο γαλάζιο, στη σμίξη με τον ουρανό. Στο πέρασμα από τη γη στον ουρανό, μέσα από τις χρυσαφιές ακτίνες του ήλιου.

Αυτές οι χρυσαφιές ακτίνες, ήταν οι πρώτες που είδαν το χλομό του πρόσωπο, μέσα στην ακυβέρνητη βάρκα. Κι αυτές το διαλάλησαν στα μέρη που έζησε και πορεύτηκε, στους γνωστούς και φίλους. Στους συγγενείς και συνοδοιπόρους του.

Ένα χαμόγελο γλυκό, άνθιζε στα χείλη του και μια ικανοποίηση. Κι ήταν σα να έλεγε: Εγώ έπραξα το καθήκον μου και πορεύτηκα στων ονείρων και των ελπίδων το δρόμο. Των προσδοκιών και των ανθρώπινων επιθυμιών. Δεν ξεπέρασα τον άνθρωπο. Δεν άγγιξα τον ήρωα. Δεν έφτασα τον Θεό.

Προσπάθησα για το καλύτερο.

Το καλύτερο ποτέ δεν προσεγγίζεται. Δεν ξεπερνιέται. Κάτι πάντα θα υπάρχει. Κάτι πάρα πάνω. Πιο πάνω. Το άριστο, το τέλειο, το Θείο.

Για μας, φτάνει που κάναμε το χρέος μας…

Στον τοπικό Τύπο την άλλη μέρα, οι φίλοι, οι συγγενείς, οι γνωστοί του κι όλος ο κόσμος διάβασαν:

«Ανοιχτά στο πέλαγος εκεί που σμίγει το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, βρέθηκε νεκρός, μέσα στη βάρκα του, ο ιδανικός πολεμιστής του αλβανικού έπους, της εθνικής αντίστασης και της ζωής, ερασιτέχνης ψαράς, Γιώργος Σαράφης. Μια ζωή έζησε υπηρετώντας ανθρώπινα, εθνικά και πανανθρώπινα ιδανικά και πέρασε στο βαθύ γαλάζιο, από τη θάλασσα στον ουρανό, περπατώντας στων ονείρων την πλάνη, ανάμεσα στο βαθύ κόκκινο και στο βαθύ γαλάζιο».

Με το ρόδισμα της αυγής, η βάρκα άρχισε να διακρίνεται όλο και περισσότερο. Αρχικά μαύρη, σαν μελανιά κηλίδα. Ύστερα πιο λευκή, πιο λευκή, σαν γλαροφωλιά. Στο πρώτο φως έγινε μια σταγόνα ολοκόκκινο αίμα. Κι όλο πορεύονταν προς την Ανατολή. Στο βαθύ γαλάζιοι αρχικά, στο ανοιχτό γαλάζιο, ύστερα. Κι αργότερα στο γαλάζιο, στη σμίξη με τον ουρανό. Στο πέρασμα από τη γη στον ουρανό, μέσα από τις χρυσαφιές ακτίνες του ήλιου. Αυτές οι χρυσαφιές ακτίνες, ήταν οι πρώτες που είδαν το χλομό του πρόσωπο, μέσα στην ακυβέρνητη βάρκα. Κι αυτές το διαλάλησαν στα μέρη που έζησε και πορεύτηκε, στους γνωστούς και φίλους. Στους συγγενείς και συνοδοιπόρους του. Ένα χαμόγελο γλυκό, άνθιζε στα χείλη του και μια ικανοποίηση. Κι ήταν σα να έλεγε: Εγώ έπραξα το καθήκον μου και πορεύτηκα στων ονείρων και των ελπίδων το δρόμο. Των προσδοκιών και των ανθρώπινων επιθυμιών. Δεν ξεπέρασα τον άνθρωπο. Δεν άγγιξα τον ήρωα. Δεν έφτασα τον Θεό. Προσπάθησα για το καλύτερο. Το καλύτερο ποτέ δεν προσεγγίζεται. Δεν ξεπερνιέται. Κάτι πάντα θα υπάρχει. Κάτι παραπάνω. Το άριστο, το τέλειο, το Θείο. Για μας, φτάνει που κάναμε το χρέος μας…