Μυθιστορήματα



Βαθύ κόκκινο στο βαθύ γαλάζιο





Τα περιστέρια δεν ξαναγύρισαν





















Τα περιστέρια δεν ξαναγύρισαν

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Το βιβλίο «Τα περιστέρια δεν ξαναγύρισαν» του Νίκου Ανώγη αποτελεί κι εκφράζει μια γνήσια αντιπολεμική κραυγή κι αφιερώνεται στην Ειρήνη, στην πανανθρώπινη Συνεργασία κι Αγάπη των λαών.

Εμπνεύστηκε από τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία του μεγάλου Ελληνοπολωνού τενόρου της Λυρικής Σκηνής Παύλου Ράπτη προς τη δόξα, ανάμεσα στις δυο του αγάπες, στις δυο του πατρίδες, Ελλάδα - Πολωνία. Ανάμεσα στην πραγματικότητα και το θρύλο. Ανάμεσα στη φαντασία και στο μύθο.



Περπατούσαμε μέσα στο χρόνο

κι όλο βραδυπορούσαμε.

Στα σημάδια του δρόμου

Αντικρίσαμε της ζωής τα βήματα.

Σκέψεις, ιδέες, μνημεία, πολιτισμοί.

Ούτε έναν άνθρωπο!..

Ούτε ένας άνθρωπος δίπλα μας!

Το χθες μνημεία.

Το σήμερα πέρασμα.

Το αύριο προσδοκία.



ΜΙΚΡΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ


Τα χρόνια της μαθητείας και των σπουδών... Τα χρόνια της καλλιτεχνικής του πορείας... Τα χρόνια της οικογενειακής ευτυχίας... Μια πατρίδα τον έδιωχνε... Μια άλλη τον αγκάλιαζε... Τώρα κι οι δυο πατρίδες τον διεκδικούν... Κι αυτός, ανάμεσά τους τις αγαπά το ίδιο... Σηκώθηκε... Πήρε την Έλενα από το χέρι και περπάτησαν μέχρι τη θάλασσα...

Το κύμα ξεπνεμένο, ξεψυχούσε στην αμμουδιά, κάτω από τα πόδια τους... Θυμήθηκε το τραγούδι του Μονιούσκο, αυτό που του άνοιξε το δρόμο του, στο καλλιτεχνικό στερέωμα... Άρχισε να το τραγουδά, με μουσική υπόκρουση το θόρυβο των κυμάτων, την ανάσα της θάλασσας και φωτισμό τον κροκάτο ήλιο του πρωινού... στις αποχρώσεις της Ανατολής...



«Ξέρεις αυτή τη χώρα, όπου εκατό μεγάλες πόρτες

όπου σειρά από κολώνες και πλήθος αγάλματα

κι όλα με χαιρετούνε με άσπρο πρόσωπο...



ξέρεις αυτή τη χώρα που ωριμάζει το λεμόνι

του πορτοκαλιού η λάμψη χρυσώνει τα μαγιάτικα δένδρα

Εκεί ήταν ο παράδεισός μου...»



Μέσα στην πρωινή γαλήνη, το τραγούδι υψώνονταν σαν πρωινή προσευχή... Σαν ύμνος στη φύση, στο Θεό... Στο νου του έφτασε ο απόηχος των χειροκροτημάτων, από τις παραστάσεις στις Λυρικές Σκηνές του κόσμου.

Ένα περιστέρι πέταξε από τα πεύκα του δάσους... Ήρθε ακριβώς από πάνω τους... Έφερε ένα, δυο, τρεις κύκλους κι ύστερα χάθηκε κατά το Βορρά.

Ο νους του το ακολούθησε, καθώς χάνονταν, μια κουκίδα στο καταγάλανο ουρανό... Στο δρόμο προς την Πολωνία...

Τις ξέρεις αυτές τις χώρες... Την Ελλάδα και την Πολωνία!... Αυτές είναι ο δικός μου παράδεισος... Τραγούδησε, αυτοσχεδιάζοντας ο Παύλος και τα νερένια κρέπια των δακρύων του έκλεισαν την παράσταση εκείνου του πρωινού...



ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΔΕΝ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΑΝ
Οι δυο πατρίδες του Παύλου Ράπτη


Αυτή η χώρα είναι ο παράδεισός μου. Το χωριό μου, η ζωή μου, η Ελλάδα. Οι γονείς μου. Οι πόλεμοι, οι δυστυχίες, οι περιπέτειες... Αυτός ο πόλεμος, τον πήρε από την αγκαλιά της μάνας Ελλάδας και τον έφερε στο Βορρά. Τον άφησε στα πόδια μιας άλλης μάνας, της μάνας Πολωνίας. Αυτή τον μεγάλωσε... Και τώρα τον ετοίμασε για τον αγώνα της ζωής. Και του ’δωσε εφόδια. Του ’δωσε την ευχή της: πορέψου ειρηνικά, ποτέ πια πόλεμος. Μάνα η μια, μάνα και η άλλη. Πατρίδα η μια, πατρίδα και η άλλη. Η μια του ’δωσε το ζην, τον γέννησε. Η άλλη το ευ ζην, τα εφόδια, τη μόρφωση... Κι ανάμεσά τους, κυρίαρχη η μοίρα του και οι Ελληνίδες Μούσες του... Όλες μαζί οι εννέα Πιερίδες Μούσες, και η κάθε μια χωριστά...