Ποιητικές Συλλογές



Κυνηγώντας τον ίσκιο μας





Καθρεφτίσματα





Σαλπίσματα στη σιωπή





Αδελφέ μου άνθρωπε





Οκτώ φωνές





Μάνα με τ΄ άρωμα μιλάς και τη σιωπή





Ηχούς ανασασμοί





Πέπλο σιωπής





Δος μας το χέρι σου αδελφέ μου ποιητή





















ΚΑΘΡΕΦΤΙΣΜΑΤΑ (1982)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Όλες οι πράξεις, οι καταστάσεις, οι ενέργειες, οι εκφρασμένες γνώμες, σκέψεις, ιδέες, καθρεφτίζονται στον καθρέφτη της παγκοσμιότητας.

Και γω και συ τις βλέπουμε και τις ακούμε ή όχι, όπως φαίνονται από τη δική μας θέση, από τη δική μας σκοπιά.

Έτσι, η κάθε πράξη, κατάσταση, ενέργεια, η κάθε σκέψη, ιδέα, ζυγίζεται και εκτιμάται ανάλογα με τη γωνιά καθρεφτισμού, τη φυσική ικανότητα του δέκτη και το χρόνο.

Αυτούς τους καθρεφτισμούς προσπαθώ και γω να ζυγίσω, να εκτιμήσω και να σχολιάσω. Κι ακόμα να περιγράψω συναισθηματικές καταστάσεις και προβληματισμούς, μέσα από τη δική μου διανόηση.

Άλλοτε πάλι, προσπαθώ απ’ ένα σύμπλεγμα τέτοιων στοιχείων, να προβληματίσω και να προβληματιστώ.

Έτσι, προχωρώντας, έγραψα αυτό το έργο από στιγμές και σκέψεις, από καθρεφτισμούς και αντικαθρεφτισμούς της πάλης των λαών και των ανθρώπων στην καθημερινή Ζωή και στην πορεία του κόσμου προς την αιωνιότητα,

Όλοι οι ερεθισμοί ήταν ένα στοιχείο που μ’ έσπρωξε να εκφραστώ μ’ αυτόν το δικό μου τρόπο.

Δεν είναι κανόνες Ζωής και νόμοι. Είναι στιγμές και σκέψεις και αισθήματα απ’ το δικό μου στόχαστρο.

(Νίκος Ανώγης)



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ «ΚΑΘΡΕΦΤΙΣΜΑΤΑ»
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΑΝΩΓΗ
1982

«Ήρθα, δε χόρτασα και πίσω

γυρίζω να σε ξαναδώ.

Και προσπαθώ κάπως ν’ αργήσω

πάλι τη γλύκα σου να πιώ»

(πορεία)



«Κι ας φύσαγαν βοριάδες

κι ας πάγωναν τα χέρια

φλόγιζε μέσα μου μια φλόγα, μια αγάπη»

(Ήρθες εσύ)



«Αυτό το δείλι εσύ μου λείπεις

κι’ είναι χαμένο»

(χαμένο δειλινό)



«Είναι στιγμές μεγάλες, είναι στιγμές μικρές

μα’ κείνες της αγάπης, αξέχαστες γλυκιές»

(γλυκιές στιγμές)



«Είμαι κι εγώ μέσα στη φύση

κάτι από σένα δίχως φτερά.

Είμαι κι εγώ μέσα στην πλάση

πράσινα φύλλα, κρύα νερά»

(πράσινα φύλλα, κρύα νερά)



«Κοίταξε την ανατολή κι ύστερα τη δύση.

Κοίταξε κατάματα τον ήλιο που έσμιγε με τη μέρα.

Πέταξε τα όπλα

και προχώρησε…»

(Μάχη)



Μα ξαφνικά, όλα τελείωσαν, όλα άλλαξαν.

«Χωρίς μιλιά, δρασκέλισε το φως και ξαναμπήκε στο σκοτάδι,

τ’ αστέρια χάθηκαν»

(περίπατος)



«Κι αγγίζοντας την άκρη του κόσμου

βρήκαμε μι’ άλλη αρχή.»

(σύγχιση)



«Μύριζε απόγευμα και νύχτα

έσμιγαν όλα με την καρδιά μας

έσβηναν όλα μαζί κι ήταν, εγώ, εσύ και η νύχτα»

(κι όλα ζητούσαν ταίρι)



«Ζητούσε μια φωληά

μια μικρή φωληά

μεσ’ στο σκοτάδι κείνη τη νύχτα

η ψυχή μας.

Κι ηύρε κείνο το καπηλιό

που ’ταν παλάτι»

(Στο καπηλιό)



Εκείνος τρέχει ασταμάτητα δεμένος μ’ αλυσίδες

στα πόδια και στα χέρια, κοιτάζει κι απορεί!

Προχωρώ, ή ξαναγυρίζω…

(σύγχρονος πολίτης)



«κάτοικος μεγαλούπολης, καλοπέραση στο δρόμο προς το θάνατο»

(κάτοικος μεγαλούπολης)



«Μα συ ζητάς κάτι που πίσω μένει χωρίς πνοή»

(κάτι που πίσω μένει)



«ψάχνοντας βρήκα τον εαυτό μου και τους φίλους μου

κι ήταν ένα δωμάτιο, μια τηλεόραση κι οι αναμνήσεις»

(χάνοντας τον ανθρωπισμό μας)



«Πορεία προς το θάνατο με επιτάχυνση

και το κέρδος στο κυνήγι της ζωής, γρήγορη φθορά»

(Μέχρι το μεσημέρι)



«Μα! προχωρώ και προχωρώ

κι αφήνω πίσω τ’ αχνάρια μου.

Πατημασιές στην άμμο και στα σύννεφα.

Αχ! και να μπορούσα να ξαναρχίσω απ’ την αρχή»

(Νοσταλγικές νότες)



«χωριό μου!

Σκόρπιες μαζεύω θύμησες

πίσω στα χρόνια πια σπρωγμένες

και τις μετρώ και προσπαθώ να ξαναζήσω

λίγες στιγμές στου ποταμού την άκρη

και στις γωνιές που σύρθηκα παιδί.»

(χωριό μου)



«Στη σκέψη πια απόμεινε κάτι πολύ μεγάλο

μια προσμονή και μια ελπίδα και τίποτε άλλο!»

(Μια προσμονή και μια ελπίδα)